Στη Ροτόντα
πρώτη φορά σε αντίκρυσα
βαμμένη αιχμάλωτη για πάντα
στο βράχο
φορούσες χρυσό στεφάνι
και ρούχα πορφυρά
και προσευχήθηκα
Μετά πιο κεί στη Δεσπερέ
πότιζες τα λουλούδια
και ήτανε ακόμα
νωρίς το πρωί και ήσυχα.
Στην πλατεία αργότερα
έπινες τον καφέ σου
με κάποια ανεμελιά
αλλά ήτανε φανερό
ότι κάτι σε βασάνιζε
Πιο πέρα .στην Ερμού
χάζευες με μια φίλη σου
στα μαγαζιά
σας έκαναν παρέα δυο περιστέρια
μέσα στο τζάμι
στη βιτρίνα
αχνόφεγγε η μορφή σου
Στη Βασιλέως Ηρακλείου
ένα πακέτο τσιγάρα αγόραζες
από εκείνα που σου αρέσουνε
τα μαλακά
Και όταν επιτέλους
στη θάλασσα κατέβηκα
την απέραντη
που τα καράβια πάνω της στέκουν
σα στολίδια
σε έψαχνα
ξανά και ξανά
ανάμεσα σε όλους τους διαβάτες
ώσπου ξάφνου κατάλαβα
το βλέμμα γύρισα
και ήσουν εσύ
η ίδια
η θάλασσα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου