Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Ημέρες Πολέμου

και ήταν οι μέρες φοβερές

ανήλιες
γεμάτες φόβο και αίμα
και τα σύννεφα γεμίζαν τις καρδιές μας
με μολύβι

και ήταν οι νύχτες δίχως αγάπη
τρυφερές από έρωτα
γεμάτες από θάνατο
τα χέρια μας δεν έβρισκαν πια το πρόσωπό μας
και ο καπνός σωνότανε

ο εχθρός μας κοίταζε κατάματα
κάθε ημέρα
όλο και πιο βαθιά
όλο και πιο υπομονετικά
από απέναντι

και ήταν οι μέρες απλές
χωρίς μουσική
χωρίς δέντρα και χώμα
με συρματόπλεγμα τυλιγμένα τα παράθυρα
περίμεναν τον αέρα να τα ζωντανέψει

και ήταν οι νύχτες άσκεπες
σαν εραστές που σταματάνε στα πρώτα φιλιά
τα όπλα μας κείτονταν σπασμένα
σαν τον τάφο του μεσσία
χωρίς την ανάσταση

και ο εχθρός μας κοίταζε κατάματα
κάθε πρωϊνό

στον καθρέφτη

όλο και πιο βαθιά
όλο και πιο υπομονετικά
μας υπενθύμιζε
ότι αυτές

ήτανε μέρες πολέμου

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Νυχτώνει



Νυχτώνει ξανά
και ότι και να πω
δε θα αλλάξει
αυτό που έρχεται
ένα δάκρυ
και ένα κλάμα
ο αέρας εκείνη την ημέρα
στα μαλλιά σου
και ο ήλιος στα μάτια σου
ότι και να πω
δε θα το αλλάξει
και ένα ακόμα δάκρυ που ανακάλυψα
ανάμεσα στον καπνό των τσιγάρων
ένα ακόμα που δεν είχα δει
εκεί βαθιά μέσα στην παλιά φωτογραφία
ανάμεσα σε αγάλματα αθανάτων
πιασμένοι από τα κάγκελα
είχαμε ήδη πεθάνει
και εγώ και εσύ
ο αέρας εκείνη την ημέρα 
μας πήρε μακριά
ότι και να δω
δε θα το αλλάξει

νυχτώνει ξανά
και μόνη ελπίδα
ότι και να νιώσω
να σε ξαναδώ
το πρωΐ

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Kύριο Mέλημα οι Eρωτήσεις



Κυρίες και Κύριοι
Ξεχάσατε το μέλλον,



κύριο μέλημα οι ερωτήσεις



μισώ τα άδεια πτυχία σας

μισώ τις αστείες βεβαιότητές σας

για ανθρώπους
και πράγματα

μισώ την προκατάληψή σας

μιλάτε υπέρ της φτώχειας του σώματος

και προάγετε την ένδεια του  πνεύματος

μισώ τις προκατασκευασμένες ιδέες σας
αλλά μισώ επίσης και τον τρόπο που τις διαδίδετε

μισώ την επιστήμη υπέρ του εμπορίου και του πολέμου
μισώ τον όρο επιχείρηση όταν αναφερόμαστε στην πολιτεία
μισώ τη βάρβαρη μεταχείριση των ανθρώπινων ψυχών
μισώ τα δίκτυα της ψεύτικης πληροφόρησης
μισώ να μιλάω μόνο εγώ  και εσείς μόνο να ακούτε

και αγαπώ


τον ήχο του νερού


αγαπώ την ανάσα των ανθρώπων
αγαπώ να ακούω να γελούν τα παιδιά
αγαπώ τους γυάλινους τοίχους
αγαπώ τη διάνοια των ζώων
αγαπώ να μιλάμε όλοι μαζί για τα άφατα πράγματα
αγαπώ τη βία του λόγου και της λογικής

ας μιλήσουμε

ας αναπνεύσουμε

ας απολαύσουμε τον ήλιο
ξανά

κύριο μέλημα

οι ερωτήσεις

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Μισό - μισό

Μισές μισές
περνούσαμε τις μέρες μας
μέσα στον ήλιο και τη ζέστη

περπάταγες στην αυλή
τα πόδια σου ζεστά
το χώμα μαλακό από τους ίσκιους
και η αυλή ανέτειλε γοργά

πρόσωπο με πρόσωπο
βρέθηκα με ένα δέντρο

και τα κλαδιά του
γίναν τα χέρια σου
κι οι ρίζες του
η θάλασσα των μαλλιών σου

και ήρθε σκοτάδι

μισές μισές
περνούσαμε τις νύχτες μας

σου λέω τώρα 
που γυρνάς πλευρό στο κρεβάτι
που χαμογελάς ευτυχισμένη
που ρίχνεις το νερό απαλά στο γυμνό κορμί σου
που κουρασμένη λύνεις τα δεσμά σου

Αν οδηγείς το δρόμο σου με θλίψη
πρόσεχε
έρχονται οι μέρες οι ηλιόλουστες
με τους πικρούς και τους ξερούς καρπούς
το δρόσο κάτω από τα λευκά πουκάμισα

κι αν αντιλέγεις στον αέρα
πρόσεχε
ξέρει καλά τι θα του πεις
και θ' απαντήσει με τραγούδια λυπημένα

κι αν τρέξεις κάτω από 'να υπόστεγο
μες τη βροχή
θυμίσου τις σταγόνες
που κυλούν στο πρόσωπο
όταν σε χάνω
όταν σε ψάχνω
όταν σε βρισκω

κι έρχεται έπειτα ξανά το φως κι η άνοιξη
και ένα παιδί με ανοιχτή αγκαλιά
που όλο σκοντάφτει στο λιβάδι

και όλο σταματά η μουσική
και όλο αρχινά ένα τραγούδι
απ΄τη φωνή σου μες τ' αυτιά μου
 
μισό μισό
δαγκώναμε το ρόδι

δεν το γνωρίζαμε
ότι το'χε δαγκώσει
κι ένα μικρό παιδί, 
ο αδερφός του ύπνου

μες τη βροχή
μισά μισά
τα πρωϊνά μας
κι ο θάνατος ολόκληρος
να τραγουδά
με τη φωνή σου μες τ' αυτιά μου 

Σάββατο

Το Σάββατο του φάνηκε μικρό
ήθελε κι άλλο να ξεκουραστεί
οι μέρες που ερχόταν ήταν δύσκολες
το ήξερε καλά

ήταν ακόμα στην αρχή της δουλειάς το πρόσωπο
ένα περίγραμμα μονάχα
και η Κυριακή που θά ρχονταν
μουντή και πέτρα

η μητέρα κοντά στο θάνατο
ένα παιδί έπινε νερό στη βρύση
τα πόδια του όλο χαλίκια γεμάτα

τα χρώματά του τέλειωναν και στέγνωναν
και οι άγιοι σα να σάλευαν
μες τις εικόνες
σα να ψιθύριζαν ευχή
καποιος ν' ανάψει το καντήλι

μες την κουζίνα ο πατερας σοβαρός
μια θύμησή του είχε απομείνει μόνο
από τις μέρες που είχε έγνοιες πολλές
από αυτές που αναβολή δεν παίρνουν

ήταν ακόμα στην αρχή
όλες αυτές οι εικόνες
και η μουσική
ακίνητη στο πανί και το χαρτί
περίμενε

το Σάββατο του φάνηκε μικρό
δεν έμοιαζε καθόλου
με κείνο της Ανάστασης

Το ταξίδι

Ξεκίνησε πολύ ελπιδοφόρα
ο καιρός ζεστός
το όνομά του μικρό
γραμμένο στα πλάγια του πλοίου
κι οι ώρες του πλατιές
σαν τη θάλασσα

Ξεκίνησε για ένα ταξίδι μικρό
ως τα πέρατα
εκεί που οι άνθρωποι ανάβουν
τα χάρτινα φανάρια
το όνομά του χαραγμένο
πίσω από τη γοργόνα

Άλλαξαν οι άνεμοι
κοντά στον τροπικό
κι έγιναν άγριοι
τα μάτια όλο αίμα
κι οι ώρες του μικρές
και δύσκολες

Έσπασαν τα σκοινιά
τα βρήκαν μαύροι ναυτικοί
την άλλη μέρα
κι ένα σανίδι
που ξέβρασε η θάλασσα
το όνομά του ζωηρό ακόμα έλαμπε
γραμμένο μισό επάνω
σαν ταξίδι μυστικό
μιας άλλης θάλασσας



Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Κανείς



Όχι.  
Δεν έλειπε κανείς εκείνη την ημέρα.

Μονάχα εσύ.

Το σπάνιο χαμόγελό σου
και η ματιά σου
που φωτίζει τα πράγματα

και την ημέρα μου

έλειπαν
όλο το πρωί.

Μονάχα εσύ 
δεν ήσουν.

Και έτσι το απόγευμα
ήταν ανιαρό
και η βραδιά
νωχελική και κρύα

δίχως την ανάμνηση
και την προσμονή σου.

Το επόμενο πρωΐ.
Ξανά δεν έλειπε κανείς.

Μονάχα δυστυχώς εσύ,
τα όμορφα χέρια σου
που αγγίζανε τα πάντα σαδιστικά
εκτός από εμένα.
Η φωνή σου που μίλαγε για όλα
τόσο λογικά και απλά
και η δική μου που δε μπορούσε να σου πει
ούτε ένα τραγούδι
και μια απλή φράση να ξεστομίσει
τόσο λογικά και απλά
να πει
σε αγαπώ
αντί για καλημέρα

γιατί  έτσι είναι.

Όχι.
Δεν έλειπε κανείς εκείνη την ημέρα

μονάχα εγώ
και ήσουνα πάλι μονάχη.
Και εγώ ένα τίποτα
ξανά και ξανά.

Δεν έλειπε κανείς.
Μονάχα η αγάπη.
Μονάχα εσύ.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

How

How to escape
this road to hell
this road to heaven
how to spell the truth
for you to hear

how to read your eyes
from the distant world
I live in

how to face tomorrow
without
you

how to escape
this road to disgrace
this road to joy

how to avoid
this chalice of folly
this cup of wisdom
without you

I breathe in torment
I pave this road with fire
I can see you
so close

you vanish in darkness

how to follow this road to heaven
don't want to walk alone
a company of angels I need
I need your love
to whisper to me

how to escape

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Watching the sea



watching  the sea
through an empty glass
or an old mirror
or a smashed window
over a castle abandoned

watching  the sea
in a pair of eyes
alone in dark stairs
or with many good friends
inside your mind
the party continues

watching  the sea
with elaborate feelings
or with utter disgust
as the clock is ticking
in the old room
the goldfish dies

watching  the sea
as you watch me
my waves embrace you
they  take you


deeper and deeper

forever

in my heart

watching  the sea
you always are

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Άλλη μια μέρα - Another day



Ήταν άλλη μια μέρα
χωρίς νύχτα
όπως το ήθελε η ψυχή του

αφού μόνο ημέρα
την αντίκρυζε
για λίγα μοναχά λεπτά

του φτάνανε
να πάρει δυο ανάσες
να συνεχίσει να την αγαπά

Κι ήταν μια νύχτα
δίχως μέρα
αφού τη νύχτα τη σκεφτότανε συχνά
για ώρες  ατελείωτες
που δεν του έφταναν
παρά μονάχα
συμπληρώναν το κενό
ως το ξημέρωμα

να συνεχίσει να αναπνέει
να ονειρεύεται
μια  πόρτα μισόκλειστη

και ένα παράθυρο να μπαίνει
αέρας παγωμένος

ένα τραγούδι  πικρό
να ακούγεται ξανά και ξανά
χωρίς ωραίο τέλος

και τα λεπτά να σχηματίζουνε το πρόσωπό της
κι οι ώρες να χαϊδεύουν τα μαλλιά της
και τ' άστρα να της ρίχνουνε μία βροχή φιλιά
ξανά και ξανά


αέρας παγωμένος
τραγούδι πικρό
το κάθε μικρό βήμα επάνω στο ρολόι

ήταν μια νύχτα
δίχως μέρα
κάθε ημέρα που την έβλεπε
ξανά και ξανά
την αγαπούσε  
------------------------------------------
Another day
without night
as his soul wished

since only during the day
he saw her 
for a few minutes just

enough for him
to take a breath
and keep on loving her

It was a night without day
since at night his thought was upon her
for endless hours
only enough
to fill the void
until sunrise

to keep on breathing
to keep on loving
a door half-closed

and a chilling breeze
through the window

a bitter song
heard over and over again
no nice ending though


the minutes keep drawing her face
the hours caressing her hair
the stars rain kisses on her
over and over again

chilling breeze
a bitter song
every little step of the clock

it was a day 
with no night
every day he saw her
again and again
he loved her