Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2016

Φάουστ - Faust

Δε θέλω να σώσω κανέναν πιά

Πού είναι οι σκιές;
Οι απαλές σκιές, οι μεθοδικές
με τα μαύρα τανυσμένα τους σώματα

ένα να με κάνουν
με το σκοτάδι

Πού είναι η αγωνία της αυγής
και τα σφιγμένα χέρια

το νυχτικό της μητέρας άδειο

ο φύλακας κοιμάται
πάρε τα κλειδιά μες από τα μαύρα του τα δόντια

άνοιξε μια πόρτα
να σβήσει και ο τελευταίος ήλιος

σαν τύψη που ξεχάστηκε
σαν πλάσμα γλυκό του έρωτα
που πέθανε σε ένα στενό χωρίς κανείς να ξέρει

Πού είναι η συστροφή
και ο κλαυθμός και ο οδυρμός
τα ιδρωμενα κορμιά
τα αγκομαχητά από τις φωνές των εραστών

θολά ηχούν
πίσω από τζάμι υγρό

τι είναι αυτά τα χέρια
βαμμένα με αίμα
σίδερα και θάνατος ενωμένα

κρεμασμένο άχρηστο το παλτό του πατέρα

ο φύλακας κοιμάται
πάρε τα κλειδιά με το γλυκό σου χέρι

και ελευθέρωσέ με

άνοιξε ένα παράθυρο
να χαθεί και η τελευταία κραυγή χαράς

και μετά πες μου, σε ρωτώ

Πού είναι οι απαλές σκιές,
οι σκεπτικές
να με ρίξουν ξανά και ξανά

στο αιώνιο έρεβος;
-------------------------------------------------
Don't wanna save anybody no more

Where are the shadows
the soft shadows, the methodical ones
with their stretched black bodies

to insert me
into darkness

Where is the agony of dawn
and the grasping hands

mother's night gown hangs empty

the keeper is asleep
take the keys from his abominable black-tarred teeth

open a door
for the last sun to be erased

like a remorse forgotten

like a sweet love being
died in an alley alone, never to be seen by anyone again

Where is the contortion
the weeping and crying
the all sweat bodies
the lovers' moaning

they sound dimly
behind wet glass

what are these hands
stained in blood
iron and death in one shape

father's coat hangs limp

the keeper is asleep
take the keys then, with your sweet hand

make me free

open a window
for the last cry of joy to perish
and then tell me, this I ask

Where are the soft shadows,
the pensive ones

to throw me
again and again

into eternal darkness ?

Πάλι-Again

Δυο τρία λόγια
και μετά σκοτάδι
στα πατζούρια φέγγει λιγοστό
το τελευταίο φως της Ιερουσαλήμ

η πούδρα της μητέρας
σκόρπια στο πάτωμα

ανάμεσα στα μισοδιπλωμένα ρούχα
τα μάτια σου

φωτεινό ισοδύναμο της στάχτης

έντεκα και δεκατρία
κολλημένο το ρολόι

πανάθεμα το

το άρωμα της χθεσινής νύχτας
παίζει στην τηλεόραση ακόμα
άσπρο-μαύρο

Είκοσι χιλιάδες φιλιά
μες το συρτάρι
δίχως τρόπο κανένα να βγουν να παν πουθενά
τα περιστέρια τσιμπολογούν
τα τελευταία ψίχουλα
δαγκώνουν τα χέρια μου

το παράθυρο χτισμένο με βογκητά ετών

Η πλάτη σου γυμνή
γαλαξίας από αλάβαστρο
και η αρχαιότητα των δευτερολέπτων
εκείνοι οι δείκτες

μαλθακοί

που τα ξέρουν όλα

χωρίς σκοπό
χωρίς έρωτα

τους απαντώ

δυο τρεις γουλιές
και μετά σκοτάδι
πάλι

-----------------------------
two or three words
dark inside
on the windows
shines the last dim light of Jerusalem

the mother's powder
scattered on the floor

between half-folded clothes
your eyes
like a bright equilibrium of dust
the clock stuck
at eleven thirteen

damn it

last night's perfume
still on the TV
in black and white

Twenty thousand kisses
in the drawer
with nowhere to go, no escape
pigeons nibble
the last of the crumbs
biting on my hands

the window sealed with years of moans

your naked back
an alabaster galaxy
and the ancient seconds reborn
on those clock hands

soft

and knowing all

with no purpose
with no love

I reply to them

two or three sips
and then dark inside

again