Σάββατο 31 Ιουλίου 2021

Βροχή

 Εγώ είμαι

και εγώ δεν είμαι


Εσύ είσαι

και εσύ δεν είσαι


αδειάζω κάθε σύννεφο

από τη βροχή

μέσα μου

να πλυθώ


βλέπεις

ματώνω καλά

κάθε πρωί


όπως χαζεύω στον ουρανό

ψάχνοντας για τα σύννεφά σου


Εσύ είσαι

και εγώ δεν είμαι


ψάχνω στις κρύπτες σου

να πλάσω τα μυστικά μου


φέρνω το σκοτάδι

είσαι το φως


Εγώ είμαι

και εσύ δεν είσαι


ψάχνω για τα σύννεφά μου

όπως χαζεύω εσένα


μα δε βρίσκω κανένα.



Παρασκευή 30 Ιουλίου 2021

Συγγνώμη

 Ερωτικά θέματα ακούγονται


μόνο του παίζει το πιάνο

σφυριζουν πέρα δώθε 

σαν αδιάφορες σφαίρες οι νότες


αυτός ο ιδρώτας 

μακάρι να ήτανε δικός σου


ο καυτός αέρας μαρτυρούσε

το λάθος μου

άφησα τα τριαντάφυλλα στο υπόγειο

να σαπίσουν


ο έρωτας πια κυκλοφορεί

μόνο μες απ' τις χαραμάδες

κοιτάζοντας να σωθεί 

απ' το ξημέρωμα


οι άρπες όλες 

στάζουν από τις χορδές πικρά δάκρυα


τα πουλιά πεθαίνουν

ημέρα με την ημέρα

μέχρι να γίνουν όλα

μια μεγάλη φτερούγα


ζητώ συγγνώμη

κάθε φορά που δε σου μίλησα.

κάθε φορά που δε σε γνώρισα

κάθε φορά που δεν έδωσα σημασία

κάθε φορά που ήμουν αλλού


από εκεί που βρισκόσουν


Αυτό το αίμα

μακάρι να ήτανε δικό μου

και έτσι μέχρι τον τελευταίο βράχο

επάνω του θα περπατούσα

να σε βρω εκεί

που στενεύει ο δρόμος

σε ένα ωραίο τέλος

μια νέα αρχή

Χαλάσματα

 Θέλω αυτο το ρολόι

να σταματήσει εδώ

να κάνω τον χρόνο

χίλια κομμάτια

να τον βάλω στον τάφο


και με του ρολογιού

τα ελατήρια, τα χαλάσματα,

να πνίξω τη νύχτα

να την αποτελειώσω


τόσο ανίερη που ειναι

τοσο βέβηλη

που εσένα

δε σε αποκαλυπτει

μπροστά μου


σε όλη σου την ωραιότητα


Θέλω αυτά τα λεπτά να αφανίσω

και τα δευτερόλεπτα να αποτελειωσω 

ένα ένα

που δε με αφήνουνε

να δω το όμορφο σώμα σου

να σβήσω επάνω του τη δίψα μου

για τα φιλιά σου

ν' ανακαλύψω ξανά την ψυχή σου

να βρω ξανά

τη δικιά μου.

Το κλειδί

 Την πόρτα αυτή επιθυμώ ν' ανοίξω

που είναι στολισμένη 

με άνθη πορτοκαλιάς

όπως τα όνειρα σου λες, καρφιτσωμένα

στοιχισμένη με κισσούς

και όμορφα πεζούλια


Τον αέρα ζηλεύω

ανάμεσα από τα κάγκελα περνά

και κάθε μέρα

φτάνει στο τραπέζι σου

κι αναστατώνει τα λουλούδια

με τα μακριά μαλλιά σου

ένα τα κάνει


Δεν αντέχω να βλέπω πια

τα πουλιά να χωράνε τα φτερά τους

να φέρνουν το τραγούδι τους

στον κόρφο σου

να χτίζουν την ανάσα σου 

λεπτό το λεπτό


Μου είπες αύριο θα βγει ο ήλιος

τόσο φυσικά

που σε αγάπησα


Το όνομά μου φώναξες

σα να είχε ξανασυμβεί

είπες λέξεις που είχα αντικρύσει

χαραγμένες σ ένα βράχο

στη μέση του πελάγους


Ένα βάζο με λουλούδια

που σαπίζουν

στέκει στην άκρη απ το τραπέζι

και αέρας φυσά δυνατά


Τα σύννεφα είχαν όλα μαζευτεί

κάτω από την κλίνη σου


και να 


λυτρωμένο επιτέλους

απ' τον παράδεισο


ένα περιστέρι λευκό

πετάει μέσα στη νύχτα

στο κέντρο της κάμαρας


περπατά πάνω στις λέξεις

και τις κάνει σκόνη λεπτή


κοιτά απορημένο

τα μικρά παιδιά

να παίζουν στο χιόνι


Πασχίζω να βρω τη σπηλιά

όπου πρώτη φορά το αίμα είδα

ο χρόνος ξεψυχά εκει κάτω απ' τα βρύα


κάθε γραμμή που τραβώ

τη σβήνει η ομορφιά


και η φωνή σου

το κλειδί που θα γυρίσει στην πόρτα

Αποκάλυψη

 Κατέβασα ένα ένα τα αστέρια

και έσβησα το μπλε φως τους

σκόνη τα έκανα

με το σφυρί του έρωτα


Κανένα φως δεν άφησα να μου ξεφύγει


Τεμάχισα ως και το μισητό φεγγαρι

που χαμογελούσε ειρωνικά


με σπουδή, ξεκινησα να στολίζω 

να καλοταιριάζω

πρώτα στα μαλλια σου 

τα ψήγματα του χρυσού που έπεφταν.


Και η νύχτα

έγινε απόλυτη

Το σκοτάδι φοβερό

δεν έμενε παρά το σάλεμά σου


τότε μόνο

με τη σιωπή αυτή για μουσική

έχοντας στα χέρια μου

όλη τη σκονη του κόσμου

τον Αρμαγγεδώνα


πασπάλισα αυτήν αργά

επάνω στο εξαίσιο κορμί σου

στα χέρια

στο λαιμό

στα στήθη

στους μηρούς

που διαγράφουν τη νύχτα

και ορίζουν την ημέρα


των ματιών σου

την καθάρια λίμνη

με τίποτα δε χρειάστηκε

να τη στολίσω


και η νύχτα 

έγινε απόλυτη

το σκοταδι φοβερό

έμενε η σκιά σου


μόνο τότε


όταν σήκωσες το βλέμμα

φανερώθηκε

το αγαθο το φως

που έσβησε τους ήλιους


Κόλαση

 Πέταξα όλους τους αγίους

στα σκουπίδια 

χαστούκισα ένα παιδί


πρέπει να ξεπεράσουμε την ανυπαρξία


Ο διάβολος δίπλα μου περνώντας

ψέματα είπε για τα ψέματα


Ο μόνος που την αλήθεια είπε,

μίλησε για τον ωκεανό 

που ποτέ δεν πιάνει φωτιά 


Χάλασα ότι πιο ιερό

κλώτσησα ένα κουβά με γάλα

το χέρι έδωσα βοηθείας σε όλους τους δαίμονες


δε μπερδεύουμε δάκρυα ποτέ μεταξύ τους


μόνο σκουριά πρέπει πλέον να τρώω


να καταπίνω καρφιά


σαλαμάνδρα η ψυχή μου

απάτη διάφανη


όμως θα πεθάνω ευτυχισμένος


μέσα στη δική μου κόλαση.


Επιθυμία

 Τίποτα δε βοηθάει πια

ούτε οι λέξεις

ούτε η εξαίσια μουσική

το λυγμό δε μπορεί

απ τα ουράνια που έρχεται

να σκεπάσει


να ντυθούμε λοιπόν

με ενδύματα πένθιμα

για γαμήλια τελετή

που ποτέ δε θα γίνει


Ας είναι καλεσμένος

μόνο ο άνεμος

της καταστροφής

και του θανάτου


τις όμορφες λέξεις

τα ωραία τραγούδια

να τα ρίξει σε ένα βυθό 

μπλε

βαθύ 

μέχρι να βρούνε ξανά 

την πνιγμένη καρδιά

που τα γέννησε


Ας είναι τα ποτήρια

μέχρι επάνω με το αίμα μου γεμάτα


όλο το έχω εξάλλου δώσει

χαμένο να μην πάει


Να πιούν και να μεθύσουνε

δαίμονες και αερικά

με ρούχα γιορτινά να στολιστούν

να έρθουν στην ταφή μου


Τίποτα δε βοηθάει πια

μόνο το απόλυτο σκοτάδι

μόνο η άφατη σιωπή

να προετοιμάσουν τη στιγμή


όταν τα μάτια σου


ξανά με κοιτάξουνε

με επιθυμία


να αναστηθώ

Ύλη

 Αυτή η ύλη

με ματώνει


οι άκρες των δακτύλων σου

μου κάνουνε μικρές χαρακιές στο κορμί

επιδέξια


τα ματια σου

κάθε φορά 

λιγάκι απο την καρδια μου τρώνε


η ανάσα σου

τρυφερά μου αποσπά τον αέρα

μεθοδικά


μα δεν πειράζει


μα δε με νοιάζει


Ο λεπτός λαιμός σου

τον δικό μου σφίγγει ανελέητα

όταν τον βλέπω


η όμορφη πηγή σου

σβήνει το χρόνο που μου έχει απομείνει

χωρίς δισταγμό


Οι λευκοί ώμοι αυτοί 

σαν τους σηκώνεις

αργά τα δευτερόλεπτα κανουνε

να κυλούνε με βάσανο γλυκό


αυτή η ύλη 

με ματώνει


αυτός ο έρωτας 

με μαστιγώνει


μα δε με νοιάζει 

μα δε με πειράζει


γιατί η γλυκιά ψυχη σου


αιώνια


στοιχειό μες την καρδιά μου είναι








Cries

 We will be starting crying

my friend

all buildings will be standing higher

all cats

all dogs

will be dead

no wings my friend

no higher fall

will be possible

no planes are due to fly today

my friend

everything stands at its track

is it a draw or what

don't you fucking kidding me

piss off

a volcano erupted

haven't you heard

haven't you heard

heaven is due

we will be starting crying 

please fasten your belts

ladies and gentlemen

it is due

to disaster

no one will stay alive 

my friend

be prepared

it is a total mess


Επομένως

 τα αποτσίγαρα πνιγμένα στο νερό

σαν φάλαινες ξεβρασμένες 

από τον μέγα ωκεανό

δεν έχω άλλα δάκρυα 

μόνο δικά μου

είναι τόσο πια φανερό

σε έρωτες δεν αρκούμαι πια

ξέρω ότι σε αγαπώ

σε αγαπώ

όλα τα μικρά σου βήματα

την αθεράπευτη αδεξιότητά σου

γαμώτο

το στραβό σου χαμογελάκι

το υπέροχο εκείνο

των δοντιών σου το χωρισματάκι

σε έρωτες δεν αρκούμαι πιά

ποιός σαδιστής ήλιος

το έκανε αυτό

ποιά ηλιαχτίδα με ακρίβεια

αποφάσισε 

οι ψυχές μας 

να είναι χώρια

αγάπη μου

ψυχή μου 

λες και δεν ήξερα ότι

τα χείλη σου ικανά είναι

σε όλα 

να δώσουν τέλος

και θάνατο


Σκιά

 Μια μεγάλη καθαρή

γαλάζια σκιά

μέσα στην ψυχή μου

θρονιάστηκε

κατέλαβε όλα τα εδάφη


ακόμα και όλους τους σκύλους 

έβαψε μαύρους


πέρασε ο Αινείας υποβασταζόμενος

από τους γιους του


του Αγαμέμνονα το φάντασμα

εκδικητικό


αν δεν υπήρχε ωστόσο

η σκιά ετούτη

θα ήμουν νεκρός

δε θα υπήρχα πουθενά

και ο χρόνος αδιάφορος θα ήταν


κάποιος πουλάει λαχεία στην αγορά

δες τον η τύχη θαρρείς βασιλεύει

κάποια κυρία χαμογελά

λες και τίποτα δεν τρέχει

τίποτα δεν τρέχει

τίποτα



τα δάκρυα φύλαξα ωστόσο


για μία άλλη μέρα που θα ήμουν μόνος

γιατί μόνος τώρα δεν είμαι


όμως της καρδιάς μου η πορφύρα

αλήθεια στα πόδια σου χύθηκε

καρδιά μου

ψυχή μου

μοναδική


τίποτε δεν μου απέμεινε πια

από το να αγναντεύω το φως

του πελάγους

το δικό σου

ανυπέρβλητο

φως


άνιμα μία

σκιά μου


Ιούλης

 Ήταν Ιούλης

ο θεός του καλοκαιριού

βασιλιάς αγνάντευε τα πελάγη

και εγώ

μόνο να θαυμάζω μπορούσα

τέτοια δύναμη θεϊκή

που κατάφερε μια τόσο ημέρα θλιβερή 

να δώσει τέτοια ομορφιά στην πλάση

τόση χάρη

τα λουλούδια να ανθίζουνε

να χρυσίζει το πέλαγος

όλα τα πουλιά να τραγουδούν

δύο ερωτευμένοι δίπλα μου

να τον δοξάζουν

και η γυναίκα που έρωτας της πρέπει

μεγαλειώδης


να κλαίει

να έχει γίνει ένας λυγμός

να έχουν πια στερέψει

όλα τα δάκρυα


τέτοια ομορφιά

και τέτοια θλίψη

στο σύμπαν θα βάλουν τέλος.


Όχι όμως


ποτέ


στη θλίψη τη δικιά μου.


Ψυχή

 Κοιταζω αυτό τον γκρίζο τοίχο

που στεκει απέναντί μου

φρουρός σιωπηλός

της δυστυχίας

και μία μία ανακαλύπτω

τις χαρακιές

και τα άτεχνα χτυπήματα 

που η ζωή έχει τυχαία και άγαρμπα

σκαλίσει στην ψυχή σου 

και μεθοδικά

με όλη μου την εργατικότητα

λειαίνω σιγά σιγα αυτό το τοιχάκι

αυτή την ψυχούλα σου

που είναι μαγική

και δεν της πρέπουν άλλο από

τα αστέρια για να τη στολίζουν.


Πρώτα απιθώνω το λευκό

της αγνότητάς σου το δάκρυ

και μία μία οι χαρακιές κλείνουν.


Κατόπιν επάνω στον όμορφο καμβά

την εικόνα της ψυχής σου

με όση τεχνη έχω προσπαθώ

να παραστήσω

και είναι τόσο δύσκολο το έργο

την ομορφιά αυτή να αποδώσεις


τα χέρια μου τρέμουνε ευλαβικά

καθώς το μολύβι κινείται

με ότι πιο ιερό διαθέτω

και όσο ζωγραφίζω τόσο χαράζομαι

τόσο ματώνω με μέθοδο 

γεμίζω από χαρακιές σιγά σιγά


χαμογελώντας 

το αγαθό πνεύμα

το ζωοποιό 

ευχαριστώ

που με αξίωσε τον ταπεινό


στα μάτια σου μεσα


να ξεψυχώ


για ν ανασταίνεσαι εσύ

δόξα του κόσμου

ομορφιά αιώνια.

Δυο

 Μόνο δυο άστρα

απόψε στον ουρανό

εσύ κι εγώ


Μεταξύ τους

τραγουδούν αντάμα 

αιώνιο άσμα:


Μείνε καρδιά μου

μείνε κοντά μου

τούτη τη μαύρη νύχτα

Μη φεύγεις μακρια σαν το κύμα


Μαζί θα κάνουμε τον ήλιο 

να ζηλέψει

κι ο ουρανός από τον έρωτά μας

θα ξαναφωτίσει


Μαζί θα κάνουμε

το φεγγάρι να ντραπεί

μόνο σε παραλίες ερημικές

θα βασιλεύει


Μαζί θα διώξουμε

κάθε ελπίδα του κακού

κι η πλάση

θα απλωθεί κάτω από το φως μας


Μαζί θα κάνουμε βόλτα

σε άλλους γαλαξίες

σφιχτά, στριφογυρνώντας, ο χορός μας 

θα κάνει έρωτα όλο το σύμπαν 


Έρωτα

Έρωτα Νικητή


Μείνε καρδιά μου

μείνε κοντά μου τούτη

την άγια νύχτα


δε σ εχω πια μακριά

μα είσαι δίπλα


Μόνο δυο άστρα

απόψε στον ουρανό

εσύ κι εγώ

είμαστε Έρως


Έρως Νικητής



Γυμνή

 Το βλέμμα μου

βυθίζω όλο το βράδυ

στα στολίδια

που τα λέω μάτια σου


οι ώρες οι μικρές

είν οι αγαπημένες μου


μόνος μπορώ πάλι και πάλι

την εικόνα σου αυτή

να ατενίζω

χωρίς κανείς

και τίποτα να με ενοχλεί


αφοσίωση απαιτεί 

τούτη η εξαίσια ευτυχία


Κλείνω για λίγο τα μάτια

και κλέβω την εικόνα σου μέσα μου


στο όνειρό μου


στο λαιμό σου κατεβαίνω ερωτικά

με χάδια 


τα χέρια μου απαλά όπως τα φύλλα

αγγίζουν το δέρμα σου

λατρευτικά


για να μη σε ξυπνήσω

μη σε ενοχλήσω τυχόν


και η ώρα ντυθεί

με το πρωινό της φόρεμα


έτσι πανέμορφη,

γυμνή θα είσαι,

ανέγγιχτη


θα σε κρύβει μόνο αυτό το βελούδο

το σκοτάδι 

της ζεστής νύχτας


θα με τυρρανά γλυκά

το φως του φεγγαριού

θα με ξεγελά

καθώς ανακαλύπτω

κάθε μικρή αγαπημένη

τέλεια ατέλειά σου

που τον πόθο μου

για την καρδιά σου φουντώνει

ολοένα


και η επιθυμία μου εκεί, αλυσοδεμένη

περιμένει την προσταγή


απ το γλυκό σου χαμόγελο


από ένα σήκωμα του φρυδιού σου


από το σκίρτημα 

των τρυφερών σου ώμων


από το παραμικρό σάλεμα 

των μηρών σου


από την πιο ανεπαίσθητη κίνηση

του στήθους σου


από ένα σήκωμα

του αφαλού σου


από ένα κυματισμό

των μαλλιών σου


από ένα γύρισμα νωχελικό

του λαιμού σου


μια προσταγή

για έρωτα


που θα ονειρευτώ απόψε








Θάλασσα

 Στη Ροτόντα

πρώτη φορά σε αντίκρυσα

βαμμένη αιχμάλωτη για πάντα

στο βράχο


φορούσες χρυσό στεφάνι

και ρούχα πορφυρά


και προσευχήθηκα


Μετά πιο κεί στη Δεσπερέ

πότιζες τα λουλούδια

και ήτανε ακόμα

νωρίς το πρωί και ήσυχα.


Στην πλατεία αργότερα

έπινες τον καφέ σου

με κάποια ανεμελιά

αλλά ήτανε φανερό

ότι κάτι σε βασάνιζε


Πιο πέρα .στην Ερμού

χάζευες με μια φίλη σου

στα μαγαζιά

σας έκαναν παρέα δυο περιστέρια

μέσα στο τζάμι 

στη βιτρίνα

αχνόφεγγε η μορφή σου


Στη Βασιλέως Ηρακλείου 

ένα πακέτο τσιγάρα αγόραζες

από εκείνα που σου αρέσουνε

τα μαλακά


Και όταν επιτέλους

στη θάλασσα κατέβηκα

την απέραντη

που τα καράβια πάνω της στέκουν

σα στολίδια


σε έψαχνα

ξανά και ξανά

ανάμεσα σε όλους τους διαβάτες


ώσπου ξάφνου κατάλαβα

το βλέμμα γύρισα

και ήσουν εσύ 

η ίδια

η θάλασσα


Ανίερο

 Σε δρόμους μικρούς

θα σε βρω

να κανεις ενα τσιγάρο στραβό

μισοαναμμένο


σε γειτονιες ταπεινές

θα σε βρω 

απλά ντυμένη

όμορφη αυγή


σε θάλασσες θα σε βρω

να ντροπιαζεις

το γαλανό

με το άπλετο καθάριο

φωτεινό χαμόγελο


σε κείνο το δωμάτιο 

θα σε βρω

θα σε φιλώ

θα σου κανω έρωτα


και ο χρόνος θα περιμένει


θα σε βρω

επιτέλους

Άνιμα

 Η ψυχή μου προτιμά τη σκιά

τα απλωμένα ρούχα το δείλι

όταν ο αέρας χορεύει μαζί τους

σαρκαστικά και τρυφερά συχνάκις.


Της αρέσει να τριγυρνά

σε στενά σοκάκια μόνη

να ψάχνει όμορφους και

μισογκρεμισμένους τοίχους.


Εκεί το βλέμμα συμπληρώνει

το αγαθό και το τυχαίο

κάνει ξανά δυνατή

την ανυπόφορη εικόνα.


Η ψυχή μου αγαπά

το σκοτάδι

όπου τα σώματα αυτόφωτα

παλεύουν να σωθούν

το ένα μεσα στο άλλο.


Τα παλιά έπιπλα κοιτά

και τις κουρτίνες να ξεθωριάζουν

σε ένα άδειο

αρχοντικό σαλόνι

από έρωτα γεμάτο.


Η ψυχή μου γυρεύει

την πηγή της

το αρχικό της κλάμα

σε μια λίμνη που στέκει σιωπηλή

κάτω απ το φεγγάρι.


Σαν φύγει και το τελευταίο άλογο

από το μακρύ καραβάνι


αγαλλιά 


μπροστά στην τέλεια έρημο.



Μαχαίρι

 


Σύννεφα απόψε βλέπω μόνο.

Ούτε ένα δε στέκει πια 

στον ουρανό αστέρι.


Σταμάτησε στα φανερά του χρόνου η φτέρη.

Στα σωθικά μου σταθερά βυθίζεται

το κοφτερό μαχαίρι.


Όλα τα φώτα απομείναν αναμμένα,

τα βήματα γυρίζουν πίσω στα παλιά

ειδοποιήσεις "μην παρκάρετε γιατί εκτελούνται έργα"

θροΐζουν εκνευριστικά.


Κρεβάτι στρώνω τακτικά,

μα δεν το έχω πλέον φίλο

βιβλία πεταμένα δω και κει


το πιάνο με ραγισμένη μουσική 

ξανά σιγεί.

Έχω μέσα μου μεγάλη

μία βάσανο δίχως αναπνοή.



Οι τοίχοι με κοιτούν απορημένα

τα κάδρα όλα αδειανά,

λες και χρωστώ απαντήσεις,

όλα τα πρέπει άσσοι και μηδενικά.


Στον κόρφο μου τα χείλη σου

φυλάσσω τα ιερά.


Η σκέψη δεν υφίσταται,

σώμα δε λειτουργεί,

βρήκα στην πίσω την αυλή

ένα μικρό ανήμπορο γατί.


Όλα τριγύρω

φέρουνε

το βρόχινο νερό

από να μακρινό και παγωμένο ωκεανό.


Δέκα χιλιάδες χαθήκαν

προσευχόμενοι

σε θεόρατο βουνό.


Φυλάω μέσα μου κρυφά 

την όμορφη ματιά σου

εκεί εγώ προσεύχομαι 


στην άγια καταιγίδα


τραβάει ατίθαση μπροστά,

σαν ατσαλιού λεπίδα

στη τυχερή μου την καρδιά

σχίζει βαθιά σελίδα.

Ανατολή

 Θα είναι το βράδυ

λιγοστό,

το δε πρωινό μισοτελειωμένο

σαν νότα κολλημενη για πάντα

ξεχασμένη πάνω στο πιάνο


Θα έχει το μεσημέρι κρύο

μες το κατακαλόκαιρο 


όλες οι πηγές των ποταμών

θα εκβάλουν ξάφνου στο σαλόνι

και τα τραγούδια 

πλεούμενα θα γίνουνε


χίλια μύρια μικρά δυσανάγνωστα

κομματάκια χαρτιού

μισολιωμένα στο θολό νερό.


Θα είναι το απόγευμα κουτσό

ένας στριφνός χαιρετισμός

λυγμοί από γάτες θα ακούγονται

και οι διαβάτες θα τριγυρνούν

παρέα με τις μεγάλες τους σκιες μονάχοι.


Θα έρθει μια νύχτα

που θα κάνει κάθε φως να σβήσει

και όλοι οι άνεμοι

θα εισβάλλουν μες το σπίτι

θα σηκώσουν ψηλά

όλα αυτά που ονοματίζουμε

και κανένας ποτέ δε θα τα ξαναδεί.


Και στο τέλος, 

μετά,

θ' ανατείλλεις 

εσύ.

Κλόουν

 


Ειμαι αστείος

Είμαι βλάκας

ένας κλόουν

είμαι τα στραβά βήματα ενός ελέφαντα

ένα κλειδί που έχει σπάσει

η λογική πάνω απ ολα

κυρίες και κύριοι

όχι άλλες καθυστερήσεις


αλλά πρώτα

πρέπει να αδειάσω κάθε ποτήρι

που έχουν αγγίξει τα χείλη σου


οι σοφοί έχουν όλοι πεθάνει προ πολλού

κι εγώ τους διαβάζω κάθε πρωί


είμαι αστείος


δώστε μου έρρωτα

δώστε μου έρρωτα


είμαι ξανά κλόουν


δώστε μου έρωτα 

πρέπει επιτέλους

να πεθάνω

με χαμόγελο ζωγραφιστό 

Sky and Sea

 I am full of clouds


my strength is my vastness,

an epic voyage for the eye,


my colors are a million true

but my favorite is blue

that is when 

I mirror myself 

into you.


You are full of waves

ongoing

and everlasting 

they send ships to their trips

and many poor souls in the deep.


Your hair cast dreadful spells

that witches don't dare tell,

you keep a million secrets in thy chest

that bear new islands

every few steps


I am the sky

you are the sea

in love I am 

indeed with thee


but truth and honor

as they say

is the horizon 

that parts our way.


truth and honor

as they say

is the horizon

that splits our play.


I am the sky

you are the sea

in love I am indeed with thee.

Λίγο πριν

 Και ενώ όλα έδειχναν

πως η νύχτα είχε τελειώσει

κάπως ήρεμα,

εντός ενός λεπτού


ακούστηκε η φωνή

ενός αγγέλου

λίγο προτού αρχίσει

την πτώση του.


Ήταν ένα τραγούδι

που μοιαζε με νεαρό λουλούδι

και με πηγή του δρόσου,

φωνή ιέρειας σε έκσταση.


Μετά από πολύ υπομονή,

μακρόσυρτα,

αργά μέσα από το πυκνό δάσος

άρχισε από χίλιες φωνές


ν' ακούγεται ο θρήνος

για τα χαμένα παιδιά


που όταν βρέθηκαν ξανά

είχανε απομείνει μοναχά

τα βήματά τους 


και τίποτε άλλο.


Και ενώ όλα έδειχναν

πως το πρωινό

μακριά ήταν ακόμα,

έριξε ο φωτοδότης

τις ακτίνες του


για να φωτίσει τα μεσάνυχτα. 


Και τότε κατάλαβα

λίγο πριν αρχίσω να τραγουδώ,

ότι πίσω από τη λευκή πόρτα

θα ξεπρόβαλε 


σίγουρα


η μορφή σου.

Endeavour

 It is disturbing

the light cannot reach me


I cannot hear a sound 


yet here I am 

alive

and well


It is frustrating


the shadows vanish inside me


a fire rages 

on a glacier

yet here I stand blind

sunk into the deep eternal night.


It is annoying

I try to write

but words fly

I try to speak

but silence devours every sound

I try to make

so here I stand 

alone


It is unbearable

I try to move

but sky invades

I reach with my hands

but everything turns

to ashes 

again and again.


I will try once more

for eternity's sake

to live in normal fashion

wrecked


wise enough I am

to understand 

a foolish endeavour this to be


yet here I stand 

alone

wrecked

into the red eternal light

of this massacre


I stand in love.




Ήλιος

 Το πρωινό ξεκίνησε


σκοτώνοντας τον ήλιο.


Στη θέση του θρόνιασε

ένα αστέρι κόκκινο

με πυρ καταραμένο.


Αυτό το μεσημέρι

έκαιγε τα πάντα

τα πεζοδρόμια στένεψαν

τα σκυλιά ψάχνανε για μια στάλα νερό

ήταν κάθε βήμα μου δύσκολο

γιατί σε έψαχνα

δίχως να μπορώ να σε βρω.


Αυτό το απόγευμα

η ζέστη ήταν αφόρητη

το οδόστρωμα είχε ραγίσει

και νόμιζες δαίμονες αρχαίοι 

θα χυμήξουν

να βιάσουν το φεγγάρι.


Ήτανε κάθε λέξη μου στεγνή


γιατί δεν απαντούσες.


Κείνο το βράδυ

άρχισε δειλά

με ουρανό σκοτάδι

μα που δεν είχε τελειωμό,

ένα μαρτύριο 

που έσερνε αιχμάλωτο το χρόνο


οι αλυσίδες φορεμένες όμορφα

και τακτικά 

λαμπύριζαν

στα χέρια περασμένες των αγγέλων.


Δες, ήταν το θέλημά Του,

να μην τολμήσουν καν

να σώσουνε

διαβόλους σαν εμένα


που απ το ξημέρωμα 

ψάχνουν μάταια


μάταια


σκοτώνοντας τον ήλιο


βιάζοντας το φεγγάρι


να βρουν την ομορφιά σου.


Γένεσις

 Μία ηλιαχτίδα άγγιξε τον ώμο σου

και δέκα χιλιάδες πουλιά του Παραδείσου 

απογειώθηκαν μεμιας


Μια πεταλούδα ήρθε επάνω στα μαλλιά σου


και ένα μωρό είπε την πρώτη του λέξη.


Ένα τραγούδι βγήκε από τα χείλη σου

και τα νυχτολούλουδα άρχισαν να ανθίζουν


Μια σταγόνα νερό 

κύλησε πάνω στο όμορφο στήθος σου

και μια αρχαία πόλη σωριάστηκε

σ ερείπια


Άρχισες να χαμογελάς

και η σελήνη ντράπηκε

που δεν ήταν τόσο λαμπρή

απόψε


Τα χέρια σου χάιδεψαν τις χορδές

της κιθάρας

κι εγώ γεννήθηκα 


ξανά


να τραγουδώ για σένα


Your name

 


Α cold fever inside me

never seems to rest


it transforms me into

a misty rain

that splashes onto a dirty road


it brings me down

on my knees 

whispering prayers 


in an ancient language


it lets the dark

cover all the walls in the room


to hide the sins


never seems to rest this cold fever

that burns my head


sings to me mournful melodies

empties all bottles

chops all the angels wings

and let them fall 


swallows the sun instantly 

every morning


kills the moon with a menace 

every night


attracts each and every image

that torments me 


again and again

lets me in the middle 

of this desert


this cold fever

burns me woefully

inside out


this cold fever 

has your name


attracts each and every image

of you.



Fool

 A fool I am to search into the night

for your kiss 

cause its not there.


A fool I am to beg into darkness

for your lips

cause they are absent.


A fool I am to look into

this empty glass for your smile

because wine stole it.


A fool I am

to reach for your body in vain

as it is lent to the moon goddess

again tonight.


A fool I am indeed


the dark windows yell

every corner barks at me

the bittersweet truth


again tonight


In love I am.


Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

Endeavour

 It is disturbing

the light cannot reach me


I cannot hear a sound 


yet here I am 

alive

and well


It is frustrating


the shadows vanish inside me


a fire rages 

on a glacier

yet here I stand blind

sunk into the deep eternal night.


It is annoying

I try to write

but words fly

I try to speak

but silence devours every sound

I try to make

so here I stand 

alone


It is unbearable

I try to move

but sky invades

I reach with my hands

but everything turns

to ashes 

again and again.


I will try once more

for eternity's sake

to live in normal fashion

wrecked


wise enough I am

to understand 

a foolish endeavour this to be


yet here I stand 

alone

wrecked

into the red eternal light

of this massacre


I stand in love.




Οικογένεια

 Σήμερα έχει μια ήλιο

μια βροχή

τα σύννεφα μαζεύτηκαν

να μου κάνουν παρέα

οι δικοί μου είναι καλά

ευτυχισμένοι


για την παλιά μου οικογένεια

ωστόσο,


τη μάνα μου έμαθα

θα βγάλουν απ το μνήμα 

αυτές τις μέρες που θάρθουν


δε φοβάμαι να την ξαναδώ

τα τελευταία μου λόγια

ήταν σ' αγαπώ

όμως δε μου αρέσει

που δε θα μπορώ να την ιδώ

με το στραβό χαμόγελό της

παρά μονάχα με το άλλο

το αιώνιο


ο αδερφός μου κόβει βόλτες

στη Θεσσαλονίκη σαν καθόλου

να μην την ξέρει την πόλη

που έζησε δέκα χρόνια


δεν του το χω πει

γιατί δε θέλω κι άλλο 

να φαρμακωθεί,

αρκεί η ημερησία δόση

σταθερή

για να μείνει για πάντα μικρός


ο άλλος μου ο αδερφός

ζει πάντα στο έτος 1999

αναπνέει, κινείται και είναι εργατικός

λευκός ιππότης της δικαιοσύνης

χάρη στην ημερησία δόση

και αυτός

πάντα είχε λευκά μαλλιά

και την ψυχή των γερόντων


και ο πατέρας μου

που όλα τα γνώριζε,

και όλα υπό έλεγχο τα είχε,

το μόνο που δεν κατάλαβε ποτέ

ήταν πώς βρέθηκε ξαφνικά

χωρίς τσιγάρα

με το πόδι του κομμένο

σ εκείνο το καταραμένο γηροκομείο

χάρη στην ημερησία δόση

κι ένιωθε ότι σίγουρα

είναι μόνος

μόνος

μόνος

μόνος

ξανά ορφανός

και μετά ξάφνου,

νεκρός


τα σύννεφα μαζεύτηκαν 

να μου κάνουνε παρέα

όμως το ξέρω καλά,

κι εγώ μια μέρα

μόνος θα μείνω


κάτω από τον ανελέητο ήλιο

των καταραμένων ψυχών

και πάντα

μόνος αιώνια

θα τραγουδώ.

Ο φίλος

 Ο φίλος μου

που στο γραφείο του

είχε κολάζ

τον Εμπειρίκο

δίσταζε αρχικά

πώς να παλέψει με τις λέξεις


του φαινότανε μάταιο

και φτηνό ίσως

καθώς άνθρωπος

έντιμος είναι

σε όλη τη ροή του χρόνου


κατόπιν 

άρχισε σαν παιχνίδι

να τις συναρμόζει

αρχικά για γούστο

και με κάποια αμεριμνησία


έτσι στην αρχή

οι λέξεις ήταν μικρές

και τα χαρτιά μεγάλα

όμως καθώς και χορευτής

ικανότατος είναι

τον συνεπήρε ο ρυθμός


ο δωρικός βεβαίως τρόπος

καθοδηγούσε το μολύβι


καθώς στη λεβεντιά του φίλου 

ταίριαζε 


και έτσι ο χορευτής

γίνηκε μάνα

και μάστορας


σιγά σιγά

σιγούλια σιγούλια 


όπως αρέσκεται να λέει


και σαν πήρε θάρρος

και συνείδηση γίνηκε

το τι είχε γίνει

από τα λόγια τα καλά

αλλά και τα σταράτα 

όλων των φίλων


ώριμος καθώς ήταν

-μεγάλος αρωγός η ηλικία, αλήθεια-

ταίριαξε με φροντίδα

το πρώτο έργο

και το δεύτερο


με μια καλή

λογοτεχνία


χωρίς στολίδια περιττά


με μόνη διακόσμηση τη φύση

που τόσο αγαπά

από παιδί



και τα λόγια του αυτά

τα ταιριασμένα σε διηγήματα μικρά

πολύ με συγκινήσαν είναι αλήθεια

και αυτήν ετούτη την αλήθεια

του τη βεβαίωσα κι εγώ

που με εκτιμά

για την καλή μου κρίση,

την ταπεινή φωνή μου


κι αληθινά τον μάλωσα για

κανα δυό

κι αληθινά είχαμε ωραίες συζητήσεις

πάντοτε στραβοκοιτώντας 

και το ωραίο φύλο

αλλά πάντοτε μιλώντας περί Ωραίου

που μας ενδιαφέρει μέχρι θανάτου

και τους δύο



Ήμουν χαρούμενος 

κι ένιωθα χρήσιμος που τον βοηθούσα

με τον δικό μου τρόπο


μετά γεννήθηκε το τρίτο

ίσως το πιο ωραίο του

έργο

οι λέξεις τώρα ήταν μεστές

και το χαρτί με μια ανυπομονησία

ήρεμη και νηφάλια

μέσα στη μέθη της συγγραφής

τις υποδέχονταν


είχαμε ανταλλάξει 

και μουσική

με την οποία ο φίλος μου

αλήθεια έχει σχέση ερωτική


τον έβλεπα να μεγαλώνει

κι άλλο

όμως το βλέμμα του πάντοτε σπινθήρας

και οδηγός του επόμενου ονείρου

ήταν εγγύηση 


ήξερα όταν δίναμε σφιχτά τα χέρια 

ότι κινείται μέσα του

η αιώνια θάλασσα,

ο αρχαίος ωκεανός

που κυκλώνει τον κόσμο, 

τον πνίγει και τον ξανακάνει απ' την αρχή.


Η πίστη του ήταν στέρεα πλέον λοιπόν

στην όμορφη σελήνη

και εγώ ήξερα ότι

στη γαλήνη του έρημου χωριού του

που πήγε μακριά απ' το κακό να γλιτώσει,

ως άλλος Σενέκας εξόριστος,


ήξερα ότι στα σίγουρα και άλλο παιδί

θα ερχότανε στον κόσμο σύντομα.


Τώρα πια έχοντας αγκαλιά

αυτές τις νέες όμορφες σελίδες

διαβάζοντάς τις 

δεν ξέρω πια τι να του πω

όντας ικανοποιημένος,


ελπίζοντας μονάχα ποτέ να μην έρθει

μια τέτοια μέρα

σαν αυτή που έχει μέσα στο έργο περιγράψει.

Μια τέτοια μέρα δηλαδή,

με καταχνιά, ομίχλη


και καταραμένο κρύο.


Εκάμωσα

 Πήρα λίγα λουλούδια κόκκινα

από ένα παρτέρι που έπαιζα μικρός

και έπλασα πρώτα την καρδιά σου.


Πήρα μια χούφτα φρέσκο χώμα

και λίγο νερό απ τον αρχαίο ωκεανό

κι έκανα το κορμί σου.


Πήρα ένα αστέρι δίπολο 

από την άπω ανατολή 

και κάμωσα προσεκτικά τα δυό σου μάτια.


Έκανα να μαζεύω δύο φρούτα λαχταριστά

από τα δέντρα του Παραδείσου

και στέριωσα έτσι τα όμορφα σου στήθη.


Κατέβασα λίγο τον ουρανό πιο χαμηλά,

σαν πορτοκάλιζε το σούρουπο 

και έβαψα μ αυτόν αργά και επιδέξια

όλο το σώμα σου.


Κοίταξα την σελήνη για ώρα πολλή

και ξεδίπλωσα προσεκτικά το στόμα σου


αφού πρώτα το φίλησα χίλιες χιλιάδες φορές.


Με το χαμόγελό σου αντικρυστά

με βρήκε η αυγή

και ξύπνιος πλέον

όταν σε είδα πλάι μου αληθινή την όψη


κατάλαβα ότι τίποτα καλά 

δεν είχα πετύχει


παρά τον έρωτά μου


ήμουν αδέξιος να πλάσω τη μορφή σου


και άξιος 

μόνο με δέος την ανάσα σου ευτυχισμένος να αφουγκράζομαι


και τον πρωινό ήλιο

να βλέπω αδιάντροπα να σε χαϊδεύει.


Εξήγηση

 Η εξήγηση του κόσμου

έγινε μια μέρα

τόσο φυσικά


όπως ένα αεράκι

που φύσηξε στο δάσος


ένα παιδί που έμεινε ξυπόλητο

να τρέξει


σαν μια γυναίκα

που χαμογελούσε την αυγή


ένας ψίθυρος

στα χείλη ενός πιστού


ένα λουλούδι

που γύρισε προς τον ήλιο

μας είπε το μυστικό

πως ναμαστε ευτυχισμένοι


και η γαληνεμένη θάλασσα

το φύλαξε μέσα της

για πάντα.




Κάθε βράδυ

 Κάθε βράδυ παίρνω το δρόμο της πικρής αγάπης,


αυτής που κρύβεται μέσα στο άσπρο βότσαλο, 


πίσω από τη φλούδα του πορτοκαλιού,


κάτω από ένα ξέστρωτο κρεβάτι.


Κάθε βράδυ ανοίγεται μπροστά μου το βουβό μονοπάτι


όπου μονάχα η φωνή σου ακούγεται,


το σκοτεινό δωμάτιο όπου μόνο η μορφή σου ξεχωρίζει.




Κάθε βράδυ ακολουθώ τα βήματα ενός μικρού παιδιού που ψάχνει όλο αγωνία το ξημέρωμα.


Και όταν ετούτο επιτέλους έρχεται, 

το μίσος μου για όλο αυτό το φως

άσβεστο στέκει στο τέλος του δρόμου, 


μόνη παρηγοριά η αναμονή για το όμορφο σκοτάδι,


που το πρόσωπό σου αργά και μελετηρά ξαναχαράζει στη μνήμη.


Ερημίτης

Έξι φορές σε είδα
να ανηφορίζεις με τη συνοδεία σου
τις όχθες του Νείλου,
εννέα υπηρέτριες βαστούσαν
τη βασιλική σου εσθήτα.
Το λαιμό σου στόλιζε ο αχάτης
και το κορμι σου, μπρούτζινο,
ήταν ντυμένο στα λευκά.

Επτά λόφοι κυκλώναν το παλάτι σου
σε άλλη εποχή
όπου η πορφύρα κάλυπτε
τους μηρούς σου
και τέσσερις εκκλησίες είχαν τ' όνομά σου μέσα στην Πόλη.

Πέντε λεπτά είχα ζήσει ένα αρχαίο σούρουπο, 
όσο είχα προλάβει να σε δω
κάτω από μια κλαίουσα ιτιά,
ξυπόλητη να γδύνεσαι για το μπάνιο σου
στις όχθες του Ευφράτη,
χορεύοντας πετούσες από πάνω σου τα επτά σου πέπλα.

Ήμουν ακόμα μια φορά μαζί σου
στο καραβάνι που σε απομάκρυνε
από την πόλη με τις πέντε πύλες
που είχε υποταχθεί,
σκλάβα των Ασσυρίων που κράδαιναν μαστίγια με έξι ουρές,
σου έδινα νερό ν' αντέξεις το δρόμο.

Τρία πρωινά στη σειρά σε είδα στο λεωφορείο στη διαδρομή την καθημερινή για τη δουλειά. Ο εισπράκτορας έκοβε εκνευριστικά αδιάφορος τα εισιτήρια. 

Ακόμα μετανιώνω που δε μίλησα γιατί από έρωτα δε μπορούσα ν' αναπνεύσω.

Όλες αυτές τις εποχές
περίμενα με υπομονή 

ερημίτης

πότε θα γίνουμε ένα.