Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Η φωτογραφία - The photo



Σε είδα ξανά

μέσα στον άδειο δρόμο
μια λάμψη σε μια βιτρίνα

σε άκουσα πάλι

δίπλα στις ράγες του τραίνου στεκόμουν
και η φωνή σου τραγούδι

σε ένιωσα απόψε
σαν απαλή βροχή
κι ο φόβος κατέβηκε ξανά
να με ρημάξει

μέσα στον άδειο δρόμο
γεμάτο από πεζούς
χωρίς εσένα

και η φωνή σου τραγούδι
τα μάτια σου με κοιτάνε κάθε μέρα
μέσα από μια παλιά φωτογραφία

στενά παράθυρα
δωμάτια δίχως αέρα

πόρτες μικρές που μόνο κλείνουν
και η φωνή σου τραγούδι πικρό

σε άκουσα πάλι
αλλά δε φτάνει

τα λεπτά κυλάν και φεύγουν
σαν απαλή βροχή

θα ξεθωριάσω
να σε κοιτώ
μέσα από μια παλιά φωτογραφία
μια τόσο μικρή

χάρτινη 
 
αιωνιότητα



--------------------

I saw you again

inside an empty street

a glimpse
through a shop glass

I heard you again

beside the train rails I stood
your voice a song

I felt you tonight
like a soft rain

And the fear
came upon me
to devour me again

I am walking an empty street
full of crowd

without you

your voice a song

you eyes stare at me each day
through an old picture

tiny windows
rooms with no air

small doors that only close
your voice a bitter song

I heard you again
but it's not enough

Minutes pass on
like a soft rain

I will fade out
looking at you
through an old picture

such a tiny

paper

eternity
 

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Λόγια




Καθόμουν και κοίταζα αυτά που είχες πει

και τα είχα γράψει την επόμενη μέρα

όταν ο ουρανός είχε καθαρίσει

και από πάνω πέταγαν δύο πουλιά.

Τα λόγια αυτά και οι ώρες που περάσαμε μαζί

μέσα στην καταιγίδα

και τα φιλιά 

μου έκαναν καλή παρέα.

Είχε έρθει όμως η ώρα να βρω τον γηραιότερο ανάμεσά μας

και να τον ρωτήσω μερικά

από αυτά που μου είχες ήδη απαντήσει.

Και ήταν πολλά
σαν τις σταγόνες της θάλασσας.

Και ήταν λίγα
σαν πολύτιμο μέταλλο.

Όταν τελείωσα να γράφω
τα λόγια αυτά
τριγυρίζανε το αυτί μου
σαν μουσική

μου έκαναν καλή παρέα.

Είχε έρθει όμως το πλήρωμα του χρόνου
να βρω τον καλύτερό μου φίλο
εκεί όπου είχε κρυφτεί
και να τον ρωτήσω μερικά
από αυτά που μου είχες ήδη τραγουδήσει.

Ήταν όμορφα σαν παρθένα λουλούδια λουσμένα στο φως της εσπέρας.
Ήταν άσχημα σαν γιρλάντες μετά από γιορτή ριγμένες στο χώμα.

Ήταν όμως αναγκαίο κακό πια να βρω τον πατέρα
γιατί τα λόγια αυτά
γινότανε ξανά η μορφή σου
έπρεπε να τον ρωτήσω ξανά
πού είναι το σπίτι
πού έχει πάει σήμερα
γιατί βαθιά μέσα μου χωρίς να μου το έχει πει
ούτε σοφός, ούτε φίλος, ούτε πατέρας
το ήξερα καλά
ότι εκεί θα σ' έβρισκα ξανά
δίπλα στο παλιό σκαμπό
και τα σκούρα καθίσματα του σαλονιού
μέσα στην καταιγίδα
κάτω από συνεχή και εκνευριστική βροχή
να ξεμπλέκεις τα μαλλιά σου.