και τα είχα
γράψει την επόμενη μέρα
όταν ο ουρανός
είχε καθαρίσει
και από πάνω
πέταγαν δύο πουλιά.
Τα λόγια αυτά και
οι ώρες που περάσαμε μαζί
μέσα στην
καταιγίδα
και τα φιλιά
μου έκαναν καλή
παρέα.
Είχε έρθει όμως η
ώρα να βρω τον γηραιότερο ανάμεσά μας
και να τον ρωτήσω
μερικά
από αυτά που μου
είχες ήδη απαντήσει.
Και ήταν πολλά
σαν τις σταγόνες
της θάλασσας.
Και ήταν λίγα
σαν πολύτιμο
μέταλλο.
Όταν τελείωσα να
γράφω
τα λόγια αυτά
τριγυρίζανε το
αυτί μου
σαν μουσική
μου έκαναν καλή
παρέα.
Είχε έρθει όμως
το πλήρωμα του χρόνου
να βρω τον
καλύτερό μου φίλο
εκεί όπου είχε
κρυφτεί
και να τον ρωτήσω
μερικά
από αυτά που μου
είχες ήδη τραγουδήσει.
Ήταν όμορφα σαν
παρθένα λουλούδια λουσμένα στο φως της εσπέρας.
Ήταν άσχημα σαν
γιρλάντες μετά από γιορτή ριγμένες στο χώμα.
Ήταν όμως
αναγκαίο κακό πια να βρω τον πατέρα
γιατί τα λόγια
αυτά
γινότανε ξανά η
μορφή σου
έπρεπε να τον ρωτήσω
ξανά
πού είναι το
σπίτι
πού έχει πάει
σήμερα
γιατί βαθιά μέσα
μου χωρίς να μου το έχει πει
ούτε σοφός, ούτε
φίλος, ούτε πατέρας
το ήξερα καλά
ότι εκεί θα σ'
έβρισκα ξανά
δίπλα στο παλιό
σκαμπό
και τα σκούρα
καθίσματα του σαλονιού
μέσα στην
καταιγίδα
κάτω από συνεχή
και εκνευριστική βροχή
να ξεμπλέκεις τα μαλλιά σου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου