Την πόρτα αυτή επιθυμώ ν' ανοίξω
που είναι στολισμένη
με άνθη πορτοκαλιάς
όπως τα όνειρα σου λες, καρφιτσωμένα
στοιχισμένη με κισσούς
και όμορφα πεζούλια
Τον αέρα ζηλεύω
ανάμεσα από τα κάγκελα περνά
και κάθε μέρα
φτάνει στο τραπέζι σου
κι αναστατώνει τα λουλούδια
με τα μακριά μαλλιά σου
ένα τα κάνει
Δεν αντέχω να βλέπω πια
τα πουλιά να χωράνε τα φτερά τους
να φέρνουν το τραγούδι τους
στον κόρφο σου
να χτίζουν την ανάσα σου
λεπτό το λεπτό
Μου είπες αύριο θα βγει ο ήλιος
τόσο φυσικά
που σε αγάπησα
Το όνομά μου φώναξες
σα να είχε ξανασυμβεί
είπες λέξεις που είχα αντικρύσει
χαραγμένες σ ένα βράχο
στη μέση του πελάγους
Ένα βάζο με λουλούδια
που σαπίζουν
στέκει στην άκρη απ το τραπέζι
και αέρας φυσά δυνατά
Τα σύννεφα είχαν όλα μαζευτεί
κάτω από την κλίνη σου
και να
λυτρωμένο επιτέλους
απ' τον παράδεισο
ένα περιστέρι λευκό
πετάει μέσα στη νύχτα
στο κέντρο της κάμαρας
περπατά πάνω στις λέξεις
και τις κάνει σκόνη λεπτή
κοιτά απορημένο
τα μικρά παιδιά
να παίζουν στο χιόνι
Πασχίζω να βρω τη σπηλιά
όπου πρώτη φορά το αίμα είδα
ο χρόνος ξεψυχά εκει κάτω απ' τα βρύα
κάθε γραμμή που τραβώ
τη σβήνει η ομορφιά
και η φωνή σου
το κλειδί που θα γυρίσει στην πόρτα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου