Όταν μαζεύτηκαν οι ώρες
οι μεγάλες κι οι μικρές
για να χορέψουν
το σπίτι είχε φορέσει
μια παλιά όμορφη δαντέλα
και μια γάτα
από αυτές που δε νιαουρίζουν ποτέ
έγλειφε το γλυκό
που στο πάτωμα είχε πέσει.
Σηκώθηκες και άρχισα πάλι να αναπνέω.
Μην προσπερνάς αυτό το δέντρο
έχει μεγαλώσει στην καταχνιά
και δίχως φροντίδα πάλι τα φύλλα του
πράσινα είναι βλέπεις.
Ακούμπα το κεφάλι σου επάνω του
και αφουγκράσου τους στίχους που τιτιβίζουν τα πουλιά.
Μην αφήνεις αυτό το φράχτη
με τα λευκά ξύλα
να διαλυθει.
Κλείνει μέσα του το τραγούδι όλου
του κόσμου.
Η μητέρα κινεί αργά το μύλο
για το αλεύρι.
Κάθε σπόρος που πατιέται
ένα λεπτό που θα ζήσουμε ακόμα
και το πηγάδι γεμίζει με γάλα.
Χάιδεψε κάθε σπαρτό ξεχωριστά
κάθε στάχυ με τα χέρια σου πέρνα
το αξίζει
Χόρεψε μέσα στο δρομάκι
και τραγούδα
όλοι οι άγιοι σε παρακαλούν.
Με τη φωνή σου βλέπεις
φωτίζονται όλα τα μικρά ξωκλήσια,
με μιας τα κεράκια τους ανάβουν
Ρίξε τα μαλλιά σου μες το νερό
μήπως καταφέρω να κοιμηθώ
αφού ετσι μόνο το πρόσωπό σου
δε θα μπορώ να βλέπω.
Λούσε τα και στόλισέ τα με όλα
τα λουλούδια του αγρού
και έλα στο όνειρό μου
ξανά
σαν την ημέρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου