Πέρασα από τον αστερισμό
της Κασσιόπης
από τα γόνατα προς τους μηρούς σου
ταξιδεύοντας
και έπειτα κερνούσα τα αστέρια νέκταρ
ευτυχισμένος
και από κει στου Ωρίωνα τη ζώνη
έφτασα
στον αφαλό σου κοντά
και καταρράκτες μες την ψυχή μου
άρχισαν να πέφτουν
αφρίζοντες, σφύζοντας από δροσιά
κι ορμή περίσσια
έφερναν το μπλε και το γαλάζιο
και το πράσινο σιμά
για να γροικήσουν μια μελωδία
που κάνει τον ουρανό όλο ν' ανθίζει
Των δύο άστρων το σύμπλεγμα
στον Προκύωνα
μου δειξε πώς τα στήθη σου
το φως εκείνο φτιάχνουν
που καίει μέσα στο δικό μου στήθος
Λίγο πιο πάνω
ο Κύκνος, του Φαέθοντα ο φίλος
το λευκό σου λαιμό ζωγραφίζει
κυλώντας την αστερόσκονη
πάνω στο βαθύ το σκούρο μπλε
Να και ο Αχεμάρ στην άκρη των χειλιών σου στολίδι λαμπερό να στέκει που φιλώ
Και σαν επιτέλους φτάσω
τα πιο φωτεινά αστέρια
τον Ρίγκελ και τον Μπετελγκέζ
τα μάτια σου αντικρύζω επιτέλους
και τότε σβήνει όλος ο ουρανός με μιας
και μέσα στην καρδιά μου
βασιλεύει ο ήλιος ο δικός σου
της Ανδρομέδας ο πιο φλογερός
που την ημέρα ονοματίζει
και την κάνει έρωτα ατόφιο
και χρυσή αγάπη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου