Στα μπαλκόνια είχαν μείνει απλωμένες
κάποιες λέξεις από χθες που ειπώθηκαν
Στο ρυθμό της νύχτας ακόμα
έπαιζε το ραδιόφωνο
το νεαρό ζευγάρι χόρευε
με δυο φετες ψωμί πρωϊνό στα χέρια
στο διπλανό δωμάτιο
πλάι σε ένα παράθυρο
καθώς τα τζάμια του ρόδιζαν
από το πρώτο φως της μέρας
Οι ηλικιωμένοι στον καφενέ
ένιωθαν νεότεροι με τις φωνές
και την αντάρα
ο χρόνος βέβαια γελούσε
αόρατος
Πέρα δώθε από τις γάτες πέρναγε
που πηγαινοέρχονταν στις αυλές
με του Ιανού τη μάσκα
Οι νέοι βόλταραν αμέριμνοι
καθώς το κάθε δευτερόλεπτο
μαστίγωνε το πλακόστρωτο
με κάθε μια χαραυγή να γελά
ανάμεσα από τις πέτρες
Τα σοκάκια που περπατούσα
ίδια έμοιαζαν όλα χωρίς εσένα
αλλά ήξερα πως
μέσα στις μπουκαμβίλιες
ήσουν κρυμμένη
και στα ρόδα
Κοίταξα ψηλά
κι είδα τον εαυτό μου
γεμάτο σύννεφα
τα μάτια σου είδα
πίσω από την κρυφή τη λάμψη
του σκεπασμένου ήλιου
Άρχισε μια βροχή δειλά
να πέφτει
τόσο διάφανη
που μπορούσα καθαρά
να σε θωρώ πια
πίσω από τις σταλίδες
Μετά έγινε δυνατή
σαν έρωτας
Μετά πιο δυνατή
σαν την αγάπη έγινε
Έπεφτε
Έπεφτε ασταμάτητα
Πέφτει
Πέφτει και τώρα
Βρέχει τους δρόμους όλους
ο ουρανός ο δικός μας
Βρέχει και σ' αγαπώ
Και όλη αυτή η βροχή
τη θάλασσά σου
μέσα μου φέρνει
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου